Γιατί όλο και περισσότεροι αριστεροί δεν θέλουν πια να είναι αριστεροί; Αυτό εξηγεί ο πρώην συντάκτης της «taz»1 και συνεργάτης των Πρασίνων, Ούλι Κούλκε2, στο νέο μπεστ σέλερ του «Spiegel» με τίτλο «Wenn das Denken die Richtung ändert» (Όταν η σκέψη αλλάζει κατεύθυνση)3. Παρακάτω, παραθέτουμε την συνέντευξή του στην γερμανική συντηρητική εφημερίδα Junge Freiheit.
JF: Κύριε Κούλκε, γιατί όλο και περισσότεροι αριστεροί δεν θέλουν πια να είναι αριστεροί;
ΟΚ: Υπάρχουν διάφοροι λόγοι, και ένας από αυτούς είναι πιθανώς η στροφή προς τα δεξιά στην κοινωνία, η οποία για πολλούς είναι υπερβολική.
JF: Εξαιτίας της «στροφής προς τα δεξιά» οι αριστεροί δεν θέλουν πια να είναι αριστεροί; Πρέπει να το εξηγήσετε αυτό.
ΟΚ: Όλο και περισσότεροι πολίτες θεωρούν τον εαυτό τους δεξιό…
JF: Σύμφωνα με το Statista, ο αριθμός τους αυξήθηκε σε μόλις τρία χρόνια από 13% το 2021 σε 20% το 2024, όπου και παρέμεινε το 2025.
ΟΚ: Ακριβώς, αλλά για πολλούς ο λόγος δεν είναι αυτό που λέει και κάνει η πολιτική δεξιά, αλλά αυτό που ισχυρίζεται και απαιτεί η αριστερά. Η αριστερή κυριαρχία στην ερμηνεία των γεγονότων κυριαρχούσε για πολύ καιρό στη χώρα και ανέπτυξε μια ριζοσπαστική δυναμική που για ένα μέρος ακόμη και της πρώην Αριστεράς απλώς ξεπερνά τα όρια.
Μπορεί όλο αυτό να πάει καλά;
JF: Και γι’ αυτό εγκαταλείπει κανείς την αριστερή του ταυτότητα;
ΟΚ: Στην αρχή μίλησα για «διάφορους λόγους», και σίγουρα παίζει ρόλο και η ζημιά που έχει προκαλέσει ο σοσιαλισμός. Έτσι, για παράδειγμα, έχει αναγνωριστεί ότι η καταστροφική πίστη στο κράτος, η γραφειοκρατία, η πεποίθηση ότι όλα μπορούν να ρυθμιστούν, έχουν επίσης σε μεγάλο βαθμό αριστερές ρίζες – από τον νόμο για την εφοδιαστική αλυσίδα μέχρι την αποκομμένη από την πραγματικότητα κλιματική πολιτική.
Σε αυτό προστίθεται και ο εξισωτισμός, δηλαδή η αναδιανομή, που οδήγησε στην ανεξέλεγκτη επέκταση του κοινωνικού κράτους, το οποίο κάποια στιγμή δεν θα είναι πλέον οικονομικά βιώσιμο. Σε αυτό περιλαμβάνεται φυσικά και η ανεξέλεγκτη μεταναστευτική πολιτική. Το 2015 ήταν σίγουρα μια καθοριστική χρονιά, γιατί τέθηκε το ερώτημα: Μπορεί όλο αυτό να πάει καλά;
JF: Και, μπορεί;
ΟΚ: Μα, όχι βέβαια, και αυτό το καταλαβαίνουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι.
«Έχω πράγματι ‘στρίψει δεξιά’ πολιτικά;»
JF: Είναι λοιπόν η Δεξιά η νέα Αριστερά;
ΟΚ: Από ποια άποψη;
JF: Για παράδειγμα, ότι όλο και περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι στρέφονται σήμερα προς τα δεξιά.
ΟΚ: Ξέρετε, προσωπικά δεν έχω πρόβλημα με τον όρο «Δεξιά», γιατί μου είναι σαφές ότι «Δεξιά» δεν σημαίνει ακροδεξιά.
JF: Αλλά;
ΟΚ: Λοιπόν, ο υπότιτλος της συλλογικής μας έκδοσης είναι «Γιατί δεν είμαστε πια αριστεροί».
JF: Εννοείτε ότι δεν γίνεται λόγος για «δεξιά».
ΟΚ: Ακριβώς, και αυτό με σκοπό, γιατί αλλιώς σίγουρα θα είχαμε συγκεντρώσει λιγότερους συγγραφείς, ίσως και κανέναν.
JF: Γιατί, από φόβο για κοινωνικές συνέπειες ή από πεποίθηση ως προς το περιεχόμενο;
ΟΚ: Και τα δύο. Πιστεύω ότι, γενικά, δεν θεωρούν τους εαυτούς τους δεξιούς, αλλά πραγματικούς φιλελεύθερους.
JF: Για την woke Αριστερά, και αυτοί είναι δεξιοί.
ΟΚ: Λοιπόν, αν με την ερώτησή σας εννοείτε ότι η διανόηση, που παλαιότερα ήταν εκ φύσεως αριστερή ή τουλάχιστον με αριστερές τάσεις, τώρα μεταβάλλεται και είναι όλο και λιγότερο αριστερή, τότε θα μπορούσατε να απαντήσετε «ναι».
JF: Η «taz» έγραψε για εσάς ήδη το 2019 το άρθρο: «Όταν ο ‘Ulli’ στράφηκε προς τα δεξιά».
ΟΚ: Ναι, όπως είπα, δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Αλλά ήδη τότε αναρωτήθηκα: Έχω πραγματικά καταλήξει στα δεξιά ή απλώς στράφηκα προς τα δεξιά;
Όλο και περισσότεροι άνθρωποι απομακρύνονται από την Αριστερά
JF: Το άρθρο το αιτιολόγησε ως εξής: «Ο πρώην συνεργάτης των Πρασίνων και συνιδρυτής της «taz» έχει γίνει υπερασπιστής της AfD. Θεωρεί την αντιμετώπισή της «υστερική», χαρακτήρισε το εκλογικό της πρόγραμμα του 2017 «αποδεκτό», εκφράζεται όμως κατά της σχετικοποίησης του ναζισμού και των ρατσιστικών δηλώσεων στο κόμμα.»
ΟΚ: Ναι, οι πρώην συνάδελφοί μου στην taz το βλέπουν ακριβώς ως δεξιά, κάτι που σέβομαι. Και συνολικά ήταν ένα δίκαιο άρθρο, χωρίς υπερβολές, που έδωσε χώρο στις αιτιολογήσεις μου, με τις οποίες μπόρεσα να εξηγήσω την πορεία μου, από την taz και την κοινοβουλευτική ομάδα των Πρασίνων στην Welt και στο ιστολόγιο «Achse des Guten» (Άξονας του καλού) – τα οποία οι αριστεροί θεωρούν πλέον δεξιά.
Ωστόσο, το άρθρο έχει γραφτεί πριν από επτά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η AfD έχει ριζοσπαστικοποιηθεί περαιτέρω. Σήμερα την βλέπω με πολύ πιο κριτικό μάτι, ακόμα και σε σχέση με τη Ρωσία. Παρόλα αυτά, εξακολουθώ να θεωρώ το «τείχος προστασίας» καταστροφικό – και θα αποτύχει.
JF: Η Αριστερά πιθανότατα θα κατατάξει τους συγγραφείς της συλλογικής σας έκδοσης ως «δεξιούς», ανεξάρτητα από το πώς βλέπουν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η Μόνικα Μάρον, η Μόνικα Γκρούμπερ, ο Ντίτερ Νουρ, ο Χάραλντ Μάρτενσταϊν, ο Χένρικ Μ. Μπρόντερ ή ο Ράιναρντ Μορ – δηλαδή μερικοί από τους πιο γνωστούς αριστερούς διαφωνούντες. Γιατί συγκεκριμένα δεν θέλουν πλέον να είναι αριστεροί;
ΟΚ: Αυτό το περιγράφουν στο βιβλίο στα αντίστοιχα δοκίμιά τους. Ένας λόγος είναι επίσης ένας αναδυόμενος ρεαλισμός, δηλαδή μια απομάκρυνση από την αριστερή ονειροπόληση και τον ρομαντισμό ενός όμορφου, άψογου κόσμου, στον οποίο ο καθένας μπορεί να κάνει τα πάντα.
JF: Άρα η αριστερή κοσμοθεωρία αποδείχθηκε λάθος;
ΟΚ: Μάλλον όχι από κάθε άποψη, αλλά συνολικά θα έλεγα ναι, το αριστερό κοινωνικό μοντέλο απέτυχε.
JF: Σε ποιο βαθμό;
ΟΚ: Πάρτε για παράδειγμα το θέμα της εκπαίδευσης. Σήμερα δεν μπορεί κανείς πλέον να αγνοήσει το γεγονός ότι είναι παράλογο να βάζουμε όλα τα παιδιά στην ίδια τάξη. Αυτό απλά δεν λειτουργεί, επειδή δεν ανταποκρίνεται στην πολυμορφία της κοινωνίας όσον αφορά τις διαφορετικές προϋποθέσεις και ικανότητες των ανθρώπων. Το να αγνοούμε αυτό στην εκπαιδευτική πολιτική είναι καταστροφικό. Πόσο μάλλον όταν το ήμισυ ή ακόμη και – όπως σε πολλές τάξεις του Βερολίνου – έως και το ογδόντα ή ενενήντα τοις εκατό των μαθητών μιλούν ελάχιστα γερμανικά.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι η αντίληψη ότι μπορεί κανείς να επιβαρύνει χωρίς δισταγμό τις επιχειρήσεις με την αριστερή αναδιάρθρωση της κοινωνίας. Διότι το αποτέλεσμα είναι ότι το κράτος καταπνίγει τις εταιρείες, όταν τις κατακλύζει κυριολεκτικά με επιβαρύνσεις, κανονισμούς και φορολογική επιβάρυνση. Έτσι καταστρέφονται όλα τα κίνητρα για μια δυναμική οικονομία.
Αυτό το έχουν πλέον αντιληφθεί ακόμη και στο SPD. Μόνο που οι Σοσιαλδημοκράτες φοβούνται να επιβάλουν αυτή την αλήθεια και στη βάση των στελεχών τους. Γι’ αυτό προτιμούν να σκέφτονται εντατικά από πού θα βρουν ακόμη περισσότερα χρήματα, για να μην αποκαλυφθεί το λάθος. Όμως όλα αυτά οδηγούν τελικά μόνο σε μια όλο και βαθύτερη αποτυχία του αριστερού κοινωνικού μοντέλου.
JF: Τα περισσότερα άρθρα στο βιβλίο δεν δείχνουν κυρίως ένα πράγμα: μια προσωπική απογοήτευση από την Αριστερά – ανεξάρτητα από το ότι το μοντέλο της δεν λειτουργεί;
ΟΚ: Ναι, και αυτό. Επειδή τα περιεχόμενα και τα επιχειρήματα της Αριστεράς έχουν πλέον καταλήξει εν μέρει στο παράλογο. Για παράδειγμα, δημιουργείται ένα ολοένα και μεγαλύτερο μουσουλμανικό τμήμα της κοινωνίας, χωρίς να λαμβάνεται θέση για το γεγονός ότι αυτό οδηγεί και σε ολοένα και ισχυρότερες αντισημιτικές και αντιφεμινιστικές τάσεις. Δηλαδή, ενάντια σε αξίες που η Αριστερά πάντα προωθούσε.
Στο θέμα της ισλαμικής μετανάστευσης, ο αγώνας της Αριστεράς ενάντια στην πατριαρχία ξαφνικά περνάει εντελώς σε δεύτερη μοίρα. Αυτό δημιουργεί τεράστια αντίθεση, και φυσικά οι άνθρωποι το αντιλαμβάνονται και απομακρύνονται όλο και περισσότερο.
Στο τέλος βρίσκεται η κατάργηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
JF: Εσείς ο ίδιος γράφετε στο κείμενό σας στο βιβλίο «Μισαλλοδοξία στην υπηρεσία της αριστερής κοσμοθεωρίας… δεν ήθελα να συμμετέχω πια» και τελικά, «είχα τελειώσει με την αριστερή κοσμοθεωρία». Τι σας απογοήτευσε τόσο;
ΟΚ: Ως πτυχιούχος οικονομολόγος και δημοσιογράφος οικονομικών θεμάτων, που εργαζόμουν στην εφημερίδα taz, οι λαϊκιστικές ψευδείς λύσεις της Αριστεράς μου γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρες ήδη από τη δεκαετία του ’80. Τότε, το χρέος του Τρίτου Κόσμου ήταν ένα μεγάλο θέμα, και η Αριστερά ζητούσε πλήρη διαγραφή των χρεών – αφού, τελικά, οι βιομηχανικές χώρες είχαν λεηλατήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Ωστόσο, τα κράτη με το υψηλότερο χρέος τότε ήταν η Αργεντινή, η Ουρουγουάη και άλλα, τα οποία τρεις, τέσσερις δεκαετίες νωρίτερα ανήκαν στα πλουσιότερα του κόσμου (ή, όπως η Βενεζουέλα, έσφυζαν από πετρελαϊκό πλούτο), και η απελευθέρωσή τους από τον αποικιοκρατισμό είχε μάλιστα συμβεί ήδη πριν από 160 χρόνια. Αυτό που πραγματικά είχε συμβεί, όμως, ήταν ότι οι αριστερές κυβερνήσεις τους είχαν εξαντληθεί εντελώς με προεκλογικά δώρα προς τον πληθυσμό, χρηματοδοτούμενα με δάνεια, προκειμένου να εξασφαλίσουν την επανεκλογή τους. Και έτσι αυτές οι χώρες είχαν περιέλθει σε πλήρη χρεοκοπία.
Όμως, όλα αυτά δεν ενδιέφεραν καθόλου την Αριστερά. Ούτε το γεγονός ότι μια πλήρης διαγραφή των χρεών θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τις χώρες, επειδή τότε κανείς δεν θα τους έδινε πλέον δάνεια στο μέλλον. Αυτό δεν μου φαινόταν ειλικρινές.
JF: Μιλώντας για ειλικρίνεια: η Αριστερά ορίζει συχνά τη «Δεξιά» ως αυταρχική, απάνθρωπη και αδιαφώτιστη, και την Αριστερά ως δημοκρατική, ανθρώπινη και λογική. Με βάση την εμπειρία σας ως επί έτη αριστερού: Πόσο ειλικρινές είναι αυτό;
ΟΚ: Φυσικά, αυτό δεν είναι ειλικρινής ορισμός. Αλλά αυτή η εικόνα του εαυτού υπάρχει ήδη από την αρχή της σοσιαλδημοκρατίας, πριν από πάνω από 150 χρόνια, και από τότε την προβάλλουν συνεχώς. Με αυτό δεν θέλω να αμφισβητήσω ότι η Αριστερά δεν έχει επίσης μεγάλες προσφορές στην ανάπτυξη της κοινωνίας μας.
Αλλά αυτή η αδιαφοροποίητη εικόνα του εαυτού έχει επίσης προκαλέσει ζημιά, καθώς συμβάλλει στην πεποίθηση ότι η αριστερή πολιτική είναι εκ φύσεως σωστή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες. Για παράδειγμα, ο εξισωτισμός, ο οποίος από τη μία πλευρά εξασφαλίζει κοινωνική ισορροπία στις κοινωνίες, αλλά από την άλλη έχει ήδη συμβάλει στο να οδηγήσει κοινωνίες στον οικονομικό γκρεμό.
Ως λογικό και ανθρωπιστικό θεωρώ το να βοηθάω τους ανθρώπους να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Αλλά αυτό προϋποθέτει την αναγνώριση ότι υπάρχουν διαφορές και είναι το αντίθετο της άνευ όρων ισοπέδωσης. Η οποία, παρεμπιπτόντως, επειδή δεν λειτουργεί, τελικά πρέπει πάντα να επιβάλλεται με βία, ναι, με την κατάργηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Αριστερά και η Δεξιά έχουν σήμερα αντιστραφεί
JF: Άρα η βία και η καταπίεση αποτελούν μέρος της Αριστεράς;
ΟΚ: Από την άποψη που μόλις περιέγραψα, ναι. Δηλαδή, λόγω της αναγκαιότητας, αλλιώς δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν τις ιδέες τους. Η βία, συνεπώς, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, καθώς οι αριστεροί δεν ονειρεύονται απαραίτητα να την ασκήσουν.
JF: Αλήθεια; Πάρτε για παράδειγμα την τρέχουσα συζήτηση γύρω από την υπόθεση Κολίν Φερνάντες4. Εκεί, ορισμένοι αριστεροί ξεχειλίζουν από φαντασιώσεις μίσους και βίας εναντίον των ανδρών.
ΟΚ: Αυτό είναι αλήθεια και αποτελεί πράγματι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα της γενικευμένης απόδοσης ευθυνών σε όλους τους άνδρες. Ακόμη και η Süddeutsche Zeitung επεσήμανε πρόσφατα πόσο εκπληκτική είναι αυτή η γενίκευση, δεδομένου ότι προέρχεται ακριβώς από εκείνους τους ανθρώπους που, παρά τη σημαντικά υψηλότερη από το μέσο όρο συμμετοχή των μεταναστών στην τοπική βίαιη εγκληματικότητα, προειδοποιούν να μην γενικεύουμε, κάτι που θεωρείται απάνθρωπο και ρατσιστικό.
Αλλά ας επιστρέψουμε στη βία της Αριστεράς: Είναι αλήθεια ότι η αναγνώριση θεμάτων όπως το μονοπώλιο της βίας από το κράτος ή η ελεύθερη δημοκρατική τάξη ήταν για πολύ καιρό ταμπού για την Αριστερά. Θυμάμαι, για παράδειγμα, μια συζήτηση με τρεις βουλευτές των Πρασίνων στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της θητείας μου στην κοινοβουλευτική ομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας ένας από αυτούς τόλμησε πράγματι να πει ότι το μονοπώλιο της βίας από το κράτος είναι ουσιαστικά ένα πολιτισμικό επίτευγμα. Κατόπιν αυτού, κανένας από εμάς τους άλλους, αν και όλοι σκεφτόμασταν το ίδιο, δεν τόλμησε να συμφωνήσει με τον θαρραλέο, αλλά απλώς διστάζαμε – τόσο ισχυρό ήταν αυτό το ταμπού.
Γιατί τότε υπήρχαν πολλές μαχητικές αριστερές ομάδες, και τακτικά πετούσαν πέτρες στην αστυνομία κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, και φυσικά οι Πράσινοι ήταν πάντα στο πλευρό και των μαχητικών διαδηλωτών. Ευτυχώς, το κόμμα έχει αλλάξει σε αυτό το θέμα – ενώ στην AfD η εξέλιξη είναι ακριβώς αντίστροφη.
JF: Σε ποιο βαθμό;
ΟΚ: Όπως είναι γνωστό, ξεκίνησε ως ένα κόμμα «καλών καθηγητών», αλλά εν τω μεταξύ πραγματοποιεί παρόμοιες απομακρύνσεις από τα θεμέλια του κράτους, όπως έκαναν αρχικά οι Πράσινοι. Για παράδειγμα, όταν σημαντικοί πολιτικοί της AfD λένε ότι το κράτος δεν αξίζει πλέον να το υπερασπίζεται κανείς και είναι κατά της στρατιωτικής θητείας.
JF: Είναι αλήθεια ότι ο Μπγερν Χέκε5 είναι κατά, αλλά όχι κατ’ αρχήν, αλλά μόνο αυτή τη στιγμή.
ΟΚ: Ο Χέκε προφανώς δεν θεωρεί ότι αξίζει να υπερασπιστούμε τη χώρα μας, όσο κυβερνούν άλλοι εκτός από την AfD. Μην με παρεξηγείτε, έχω υπερασπιστεί το κόμμα πολλές φορές, συγκεκριμένα όταν υφίστατο διακρίσεις, όπως για παράδειγμα σε θέματα θέσεων αντιπροέδρου ή αίθουσας κοινοβουλευτικής ομάδας στο Bundestag ή σε περιπτώσεις βίαιων επιθέσεων εναντίον μελών της AfD. Και αυτό, παρόλο που δεν είναι το κόμμα μου.
Αλλά επικρίνω και τις ανησυχητικές εξελίξεις. Αν η πτέρυγα του Χέκε πιστεύει ότι η Γερμανία δεν αξίζει να την υπερασπίζεται κανείς, τότε αναρωτιέμαι πώς είναι τα πράγματα με την πίστη στο κράτος και τον πατριωτισμό αυτών των ανθρώπων. Και παρατηρώ με ανησυχία ότι πολλοί στο κόμμα σήμερα δεν θέλουν να αποστασιοποιηθούν από τη Μόσχα, όπως πολλοί αριστεροί δεν ήθελαν να το κάνουν παλαιότερα, την εποχή του επανεξοπλισμού, επειδή ουσιαστικά τάσσονταν στο πλευρό των Σοβιετικών.
Είναι μια ειρωνεία της ιστορίας το γεγονός ότι οι αντίστοιχες θέσεις της Αριστεράς και της Δεξιάς τότε και σήμερα έχουν αντιστραφεί ακριβώς. Μπορώ να καταλάβω γιατί ιδρύθηκε το AfD και γιατί πολλοί άνθρωποι το ψηφίζουν. Αλλά δεν πιστεύω ότι πρέπει να αντιδρούμε στην παραφροσύνη της Αριστεράς με ένα τέτοιο κόμμα. Αντίθετα, εύχομαι η δημοκρατία μας να σωθεί από το κέντρο, με σαφή αποστασιοποίηση τόσο από τον αριστερό όσο και από τον δεξιό ριζοσπαστισμό.
- H Tageszeitung (taz) είναι μία καθημερινη εφημερίδα πανγερμανικής κυκλοφορίας που ιδρύθηκε το 1978 και κινείται στον χώρο των πρασίνων, της αριστεράς και της εναλλακτικής αριστεράς
- Ούλι Κούλκε. Ο συνιδρυτής και από το 1979 οικονομικός συντάκτης της taz μεταπήδησε το 1984 ως σύμβουλος στην κοινοβουλευτική ομάδα των Πρασίνων, αργότερα επέστρεψε στην taz, στη συνέχεια στο natur, ήταν υπεύθυνος τμήματος της Wochenpost, αναπληρωτής αρχισυντάκτης του mare και από το 2001 έως το 2016 συνεργάτης της Welt και της Welt am Sonntag. Γεννημένος το 1952 ως Ούλριχ Κούλκε στο Benthe (σήμερα Ronnenberg) της Κάτω Σαξονίας, ο πολυβραβευμένος δημοσιογράφος έγραψε πολλά βιβλία, μεταξύ άλλων για τον Alexander von Humboldt, τον Vasco da Gama, τον Wernher von Braun ή τον Erwin Wickert. Τώρα, ο εκδοτικός οίκος Kohlhammer της Στουτγάρδης εξέδωσε την ανθολογία του «Wenn das Denken die Richtung ändert. Warum wir nicht mehr links sind» (Όταν η σκέψη αλλάζει κατεύθυνση. Γιατί δεν είμαστε πια αριστεροί), η οποία έχει πλέον αναδειχθεί σε μπεστ σέλερ του Spiegel.
- Αλλάζουμε – και στον τρόπο σκέψης μας. Ο Βολφ Μπίερμαν βρήκε τη πιο συνοπτική διατύπωση για αυτό: «Όλο και πιο συχνά δεν συμφωνώ πια με τον εαυτό μου». Αυτή η έκπληξη για τον εαυτό μας αποτελεί το σημείο εκκίνησης αυτού του βιβλίου. Οι επιμελητές Ούλι Κούλκε και Ράινχαρντ Μορ συγκεντρώνουν δώδεκα συγγραφείς, σχεδόν όλοι επηρεασμένοι από το ’68, τους αριστερούς κύκλους ή το πράσινο κίνημα. Αναρωτιούνται πώς έφτασαν στο σημείο να μην ονειρεύονται πια την επανάσταση και να μην πιστεύουν πια στον σοσιαλισμό· να μην δαιμονοποιούν ούτε να εξιδανικεύουν το κράτος· να θεωρούν την οικονομία της αγοράς, την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου ως μεγάλα επιτεύγματα· και να θεωρούν την ελευθερία τόσο σημαντική, ώστε να μπορούν να αποχωριστούν άνετα την επιβεβλημένη σκέψη και ομιλία. Η αφήγηση είναι ζωντανή και προσωπική: για λάθη και αλλαγές πορείας, για αντιφάσεις, για αστείες και πικρές στιγμές. Γιατί σχεδόν τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να αποκοπεί κανείς από μια οικεία κοσμοθεωρία, που έχει γίνει πνευματική και συναισθηματική πατρίδα. Γιατί λοιπόν το κάνει κανείς αυτό; Υπήρξε μια στιγμή που άλλαξε τα πάντα; Ή πολλές μικρές ωθήσεις – στο πανεπιστήμιο, στην εργασία, στην ιδιωτική ζωή; Ίσως ήταν απλώς ο Ρούντι στη συγκατοίκηση, που το 1977 έβγαλε το προσούτο από το ψυγείο και έβαλε πίσω φθηνό λουκάνικο μπύρας: μια γελοία μικρή, αλλά ενδεικτική αδικία στο αυτοδιαχειριζόμενο συλλογικό. Πώς αντέχει κανείς τον αποχαιρετισμό από την παλιά ομάδα, την απώλεια φίλων; Μετά δεν πιστεύει πια σε τίποτα – ή δημιουργείται κρυφά μια νέα φούσκα, στην οποία η κριτική των ιδεολογιών γίνεται η ίδια ιδεολογία; Πάνω από όλα αιωρείται η συζήτηση για τη «στροφή προς τα δεξιά». Σε αντίθεση με τη Γαλλία, όπου η «αριστερά» και η «δεξιά» είναι από πάντα δύο σταθερά μεγέθη, εδώ τα τελευταία χρόνια έχει εδραιωθεί μια βολική εξίσωση: όποιος δεν είναι αριστερός ή τουλάχιστον πράσινος, θεωρείται δεξιός. Και όποιος είναι δεξιός, γρήγορα υπόκειται στην υποψία ότι είναι στην πραγματικότητα ακροδεξιός – δηλαδή ναζί. Αυτή η συντόμευση δεν αντικαθιστά κανένα επιχείρημα. Σε αυτό απαντούν οι Ουλρίκε Άκερμαν, Χένρικ Μ. Μπρόντερ, Ματίας Μπρόντκορμπ, Μόνικα Γκρούμπε, Αντόνια Γκρούνενμπεργκ, Χούμπερτ Κλάινερτ, Μόνικα Μάρον, Χάραλντ Μάρτενσταϊν, Ντίτερ Νουρ, Αντρέας Ρέμπερς, Σάμουελ Σίρμμπεκ και Πέτερ Σνάιντερ με τις δικές τους ιστορίες: ανοιχτά, συγκεκριμένα, έτοιμοι για αντιπαραθέσεις – και στραμμένοι προς την πραγματικότητα. Συναρπαστικό σαν μυθιστόρημα, διαβάζει κανείς πώς οι εμπειρίες μετατρέπονται σε γνώσεις. Όχι ως ομολογία, αλλά ως ειλικρινής απολογισμός.
- Τον Μάρτιο του 2026, το περιοδικό Der Spiegel ανέφερε ότι η Φερνάντες είχε καταθέσει μήνυση εναντίον του πρώην συζύγου της, Ούλμεν, στο περιφερειακό δικαστήριο της Πάλμα, κατηγορώντας τον, μεταξύ άλλων, για κλοπή ταυτότητας, δημόσια δυσφήμιση και σωματική βία. Ο Ούλμεν φέρεται να δημιούργησε ψεύτικους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο όνομά της κατά τη διάρκεια αρκετών ετών, προκειμένου να διανέμει πλαστές γυμνές φωτογραφίες και βίντεο της· η ίδια αισθάνθηκε «ουσιαστικά βιασμένη». Ο Ούλμεν προσέλαβε τον δικηγόρο ειδικευμένο σε θέματα μέσων ενημέρωσης Κρίστιαν Σερτς για να κινηθεί νομικά εναντίον του Der Spiegel. Ο Σερτς θεωρεί την αναφορά παράνομη, διότι διαδίδει «αναληθή γεγονότα βασισμένα σε μονομερή περιγραφή». Χωρίς να σχολιάσει την εγκυρότητα των ισχυρισμών σε αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση, η ομοσπονδιακή υπουργός Δικαιοσύνης Στεφάνι Χούμπιγκ, σε απάντηση στη δημοσίευση των κατηγοριών εναντίον του Ούλμεν, μίλησε για τα υπάρχοντα κενά στην ποινική ευθύνη και ζήτησε αυστηρότερες ποινές για τους δράστες ψηφιακής βίας.
- Ο Μπγερν Χέκε είναι Γερμανός πολιτικός, ηγετική μορφή της πιο σκληρής πτέρυγας του κόμματος Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) και επικεφαλής της οργάνωσης του κόμματος στο ομόσπονδο κρατίδιο της Θουριγγίας. Θεωρείται από το γερμανικό μιντιακό σύστημα ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους εκπροσώπους της AfD, καθώς έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί για εθνικιστικό και αναθεωρητικό λόγο, ιδίως σε ό,τι αφορά την ιστορική μνήμη της ναζιστικής περιόδου στη Γερμανία, ενώ η ρητορική του έχει τεθεί – μάταια μέχρι τώρα – υπό παρακολούθηση από τις γερμανικές αρχές ως πιθανώς εξτρεμιστική.
Πηγή: NewsFire.GR

