Πανελλαδικές 2022.
Μείωση των εισακτέων στα Πανεπιστήμια Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας σχεδιάζει το υπουργείο Παιδείας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις του Ιουνίου.
Μάλιστα, πρόσφατα, σε συνέντευξή της στην Κοζάνη, η υπουργός Παιδείας, ανάμεσα σε άλλα, σημείωσε, με τον γνωστό «αθώο» τρόπο της, ότι “θα μειώσουμε τους εισακτέους στα κεντρικά πανεπιστήμια και θα τους αυξήσουμε στα περιφερειακά”.
Θυμίζουμε ότι πέρσι (2021) αφενός ο συνολικός αριθμός εισακτέων είχε μειωθεί κατά 555 σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη χρονιά (77.415 θέσεις από 77.970 το 2020).
Αφετέρου το υπουργείο Παιδείας είχε προχωρήσει και πάλι σε ανακατανομή θέσεων σε βάρος των κεντρικών Πανεπιστημίων.
Μια διεξοδική ματιά στις συνθήκες και στους όρους εισαγωγής στις φετινές Πανελλαδικές Εξετάσεις φανερώνει ότι το υπουργείο Παιδείας έχει στήσει έναν πολυπλόκαμο μηχανισμό αναχαίτισης των υποψηφίων.
Η επιβολή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, σαν δρεπανηφόρο άρμα, θα κόψει και πάλι την είσοδο σε χιλιάδες υποψηφίους.
Ο λαβύρινθος των συντελεστών βαρύτητας φέρνει χάος στις επιλογές των υποψηφίων καθώς διαμορφώνει ένα σύστημα επιλογής εξαιρετικά πολύπλοκο,
Όμως όπως φαίνεται, ούτε αυτά τα δύο είναι αρκετά για το υπουργείο.
Ένας άλλος αθέατος κόφτης, ήδη στήνεται: Η παγίδα της ανακατανομής των θέσεων εισακτέων.
Να το πούμε καθαρά:
Η μείωση των θέσεων εισακτέων σε Αθήνα – Θεσσαλονίκη όπου κατοικοεδρεύει η πλειονότητα των υποψηφίων σε συνδυασμό με το υψηλό, στη χώρα μας, ιδιωτικό κόστος σπουδών για τους σπουδαστές εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας, εισάγει έντεχνα και ύπουλα στους τελευταίους και στις οικογένειές τους ένα κεντρικό δίλημμα:
Ή να σπουδάσει το παιδί σε σχολή εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας που συνήθως δεν είναι και της επιλογής του και να κοστίσει 7-8.000 ετησίως ή να απευθυνθεί στα κολέγια που το ΥΠΑΙΘ φρόντισε το πτυχίο τους να έχει πλέον τα ίδια εκπαιδευτικά και επαγγελματικά δικαιώματα, που θα κάνουν τις «σπουδές» της επιλογής τους, που θα ολοκληρώσουν τις «σπουδές» τους νωρίτερα και απλά θα χρεωθούν κάτι παραπάνω.
Το να περάσουν όμως φοιτητές που δεν μπορούν να υποστηριχθούν οικονομικά από τις οικογένειές τους, λειτουργεί ως ένας αθέατος αποκλεισμός.
Η οικονομική αδυναμία στήριξης των σπουδών τους γρήγορα θα τους αναγκάσει να τις παρατήσουν αυξάνοντας έτσι το ποσοστό των λεγόμενων «μη ενεργών φοιτητών», που, από την άλλη, είναι και κριτήριο για καταργήσεις ή συγχωνεύσεις τμημάτων.