
Του Ραφαήλ Α. Καλυβιώτη
Αυτός ο πρώην επίτροπος ήταν ο Γάλλος Τιερί Μπρετόν όπου είχε δηλώσει ότι «το κάναμε στη Ρουμανία και προφανώς θα το κάνουμε και στη Γερμανία αν χρειαστεί». Τελικά οι ελίτ της Ευρώπης δεν το «έκαναν» στην Γερμανία (ακόμα) αλλά το έπραξαν στην Γαλλία.

Στην Μαρίν Λεπέν απαγορεύτηκε η συμμετοχή της στις γαλλικές εκλογές για πέντε έτη. Πρόκειται περί μίας σκανδαλώδους αποφάσεως η οποία δεν λαμβανόταν μέχρι πρότινος με ευκολία. Αυτό που προκαλεί αλγεινή εντύπωση είναι ότι το κώλυμα εκλογιμότητας για την ανάληψη δημόσιου αξιώματος πρέπει να τεθεί σε ισχύ «αμέσως» και ότι η απαγόρευση θα παραμείνει σε ισχύ κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της έφεσης. Ο λόγος που τα δικαστήρια δεν προέβαιναν σε τέτοιες ακραίες αποφάσεις είναι επειδή διά αυτού του τρόπου ανοίγει ο ασκός του Αιόλου. Διότι εάν με ευκολία ένα δικαστήριο αποφασίζει την άρνηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, τότε αυτό οδηγεί τις δημοκρατίες σε επικίνδυνες ατραπούς αφού εάν δεν αρέσει στην καθεστηκυία τάξη η αντιπολίτευση τότε ο πειρασμός της φίμωσης γίνεται μεγάλος.
Η δικαστική απόφαση αυτή κάθε αυτή σύμφωνα με έναν έμπειρο αναλυτή του Spectator οφείλεται και στο γεγονός ότι η γαλλική και εν γένει η ηπειρωτική αντίληψη του δικαίου είναι διαφορετική σε σχέση με την αγγλοσαξωνική. Το γεγονός ότι οι βοηθοί της Λεπέν δεν εργάζονταν ιδιαίτερα για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά για το εθνικό κόμμα στην Γαλλία και την προώθηση της πολιτικής του ατζέντας και σκοπών, στην γαλλική νομική παράδοση θεωρείται «détournement d’argent public», ήτοι κατάχρηση δημοσίων πόρων. Αυτό εκπηγάζει από τον πυρήνα της φιλοσοφικής θεμελίωσης του γαλλικού και ηπειρωτικού δικαίου σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι σε τέτοιες θέσεις είναι οι υπηρέτες του θεσμού και όχι του προσώπου. Στην αγγλοσαξωνική παράδοση αλλά και στην αμερικανική οι βοηθοί ενός βουλευτή ή γερουσιαστή βρίσκονται σε αυτήν την θέση με πρώτιστο μέλημά τους την εξυπηρέτηση των στόχων του προσώπου και όχι του θεσμού.

Ο γράφων θα συμφωνούσε με αυτήν την τοποθέτηση εάν δεν παρατηρούντο προηγουμένως μία σειρά από νομικές «ακροβασίες». Για παράδειγμα, η Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία σήμερα ηγείται της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και κατά το παρελθόν είχε διατελέσει γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, είχε βρεθεί στο επίκεντρο δικαστικής υπόθεσης με πολιτικές προεκτάσεις. Ως υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας το 2007, είχε εγκρίνει την καταβολή αποζημίωσης ύψους 403 εκατομμυρίων ευρώ στον επιχειρηματία Μπερνάρ Ταπί, ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Καίτοι το 2016 η γαλλική Δικαιοσύνη την είχε κρίνει ένοχη για αμέλεια στη διαχείριση δημόσιου χρήματος, δεν της επεβλήθη καμμία ποινή – ούτε φυλάκιση, ούτε πρόστιμο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το ποσό που σχετιζόταν με τη συγκεκριμένη υπόθεση ξεπερνούσε κατά περίπου χίλιες φορές το ποσό των 474.000 ευρώ που αφορά την υπόθεση της Μαρίν Λεπέν. Ο δε νυν Πρωθυπουργός της Γαλλίας, Μπαϊρού, για παρόμοια υπόθεση με αυτή της επί κεφαλής του Εθνικού Συναγερμού (RN) δεν τιμωρήθηκε αναλόγως. Επομένως, ακόμα και εάν κάποιος δεν το πιστεύει, ο συνειρμός ότι η απόφαση που πάρθηκε από το δικαστήριο είχε πολιτικά κριτήρια επειδή η Λεπέν προηγείται εμφανώς στις δημοσκοπήσεις πλέον είναι κοινός τόπος ακόμα και ανάμεσα στους αντιπάλους της.
Παρατηρείται δε μία αυταρχικότητα, ένας αντιδραστικός ευρωπαϊκός αυταρχισμός, απέναντι σε κόμματα που οι αντίπαλοί τους τα χαρακτηρίζουν «ακροδεξιά» (στην πραγματικότητα εάν κάποιος πολιτικός επιστήμονας σέβεται την επιστήμη του ο δόκιμος όρος που θα έπρεπε να χρησιμοποιείται είναι «ταυτοτικά» ή έστω «συντηρητικά») και διαφαίνεται σε πλείστες όσες περιπτώσεις σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Στην Ιταλία επειδή ο Σαλβίνι απαγόρευσε στο πλοίο της ΜΚΟ Open Arms να ελλιμενιστεί με 147 μετανάστες αντιμετώπισε………
Δημοσιεύθηκε στο NewsFire.GR


