τη διαχρονική αξία του για ανυποχώρητο αγώνα «υπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος».
του Θεόδωρου Γιαννακόπουλου
Η τελευταία δημηγορία του Βασιλιά, δεν είναι απλώς λόγος εμψύχωσης στρατιωτών πριν την αποφασιστική μάχη· είναι πολιτική και στρατηγική διαθήκη και προφητεία για τα επερχόμενα. Είναι λόγος που αφορά τον εθνικό και πολιτισμικό αυτοπροσδιορισμό του ελληνισμού. Πώς αντιλαμβάνεται την μοναδικότητά του εθνικά, πολιτισμικά και γεωπολιτικά ανάμεσα σε δύο σταθερές: τη άμεση υπαρξιακή απειλή από την εχθρότητα της Ανατολής και την απαθή, συμφεροντολογική συμμαχία της Δύσης.

Η άρνηση του Κωνσταντίνου να εγκαταλείψει την Πόλη έναντι λήψης προσωπικών ωφελημάτων για τον ίδιο και την Αυλή του, να διαπραγματευτεί ή να παραδοθεί στους τούρκους, συνιστά υποδειγματική πολιτική και εθνική στάση, απολύτως συνειδητή, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια. Διότι, παρ’ ότι απόλυτος μονάρχης, αναγνωρίζει ότι ούτε ως πρόσωπο ο ίδιος, ούτε με τη θεσμική του ιδιότητα, κατέχει την αρμοδιότητα να παραδώσει οικειοθελώς την Πόλιν έναντι αναλωσίμων ανταλλαγμάτων. Η Πόλις, ως Ιδέα κυρίως, ίσταται πάνω από τα πρόσωπα και τις εφήμερες θεσμικές αποτυπώσεις τους (Τό δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστί οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ). Ο Κωνσταντίνος ήταν ένας μαχητικός και ρεαλιστής ηγέτης, που γνώριζε ότι η απώλεια της Τιμής του έθνους του θα είναι μόνιμη αναπηρία στο σώμα του και επομένως επικινδυνότερη από την πρόσκαιρη εδαφική απώλεια (κοινή γάρ γνώμη πᾶντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν). Και πράττει έτσι, ενώ γνωρίζει πως ούτε χρόνος υπάρχει για αναμονή βοήθειας από τη Δύση, ούτε καν πρόθεση τέτοια δεν έχει ο παπικός κόσμος, αν το αντάλλαγμα δεν θα είναι το βαρύτερο δυνατόν για την Ορθοδοξία.
Το τέλος ως απαρχή
Ίσως κανείς άλλος ηγέτης στην παγκόσμια ιστορία δεν σφράγισε με τον θάνατό του την εθνική συνείδηση ενός λαού με τέτοιον τρόπο, ώστε η μνήμη του να καταστεί διαχρονικό σημείο αναφοράς για την αυτοσυνειδησία και την ιστορική αποστολή του έθνους του.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν ήταν απλώς ο τελευταίος –και αθάνατος- αυτοκράτωρ· υπήρξε ο ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στον μεσαιωνικό και τον νεώτερο -υπόδουλο- Ελληνισμό. Η προσωποποίηση μιας συνέχειας που δεν έσβησε με την Άλωση, αλλά ζωντανής και μαχητικής που επεδίωκε τη λύτρωση και την αυτοπραγμάτωση. Για πάνω από τέσσερις αιώνες σκλαβιάς, η μορφή του δεν ξεχάστηκε ούτε διαστρεβλώθηκε· δεν κατέστη απλώς μύθος από την Ιστορία, αλλά ανεβιβάσθη σε Αναστάσιμο Σύμβολο από το ίδιο το έθνος. Ο Παλαιολόγος, υμνήθηκε στα εγκώμια του λαού, μοιρολογήθηκε στα δημοτικά τραγούδια, λατρεύτηκε ως θρυλικός Μαρμαρωμένος Βασιλιάς και κατοίκησε στη συλλογική ψυχή του Γένους, ως εκείνος που «θα ξυπνήσει για να ξαναπάρει την Πόλη και αποκαταστήσει το δίκαιο με εκδίκηση που θα φθάσει ως την Κόκκινη Μηλιά».
Τα εβδομήντα κινήματα ως τον γενικό Ξεσηκωμό του 1821, οι σταδιακές απελευθερώσεις ελληνικών εδαφών και πληθυσμών ως το 1913 και η επική εξόρμηση στην Ιωνία το 1919(*), δεν ξεκίνησαν από το μηδέν· πάτησαν πάνω στον ίσκιο αυτού του γνήσια εθνικού και λαϊκού θρύλου. Και έτσι, ο Παλαιολόγος, μαρμαρωμένος, χωρίς φυσική υπόσταση, χωρίς κράτος, χωρίς στρατό, χωρίς έθνος-κράτος γύρω του, έγινε το έθνος ο ίδιος στην πιο καθαρή του μορφή.
Η ελληνική μνήμη δεν απέδωσε ποτέ στον τελευταίο Παλαιολόγο τον χαρακτήρα του “πεπερασμένου”. Αντιθέτως, τον κράτησε σαν εν αναμονή ηγεμόνα, στοιχείο παγκοσμίως σπάνιο στο φαντασιακό ενός λαού. Ενώ άλλες εθνότητες ξέχασαν, προσάρμοσαν, ή αρνήθηκαν το παρελθόν τους, ο ελληνισμός δεν δέχθηκε τον θάνατό του ως τετελεσμένο γεγονός. Τον εξύψωσε –δικαίως- σε διαρκές σύμβολο ελπίδας και ανάστασης.
Είναι ακριβώς αυτή η στάση, που ξεχωρίζει τους λαούς που υπήρξαν απλώς υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, από εκείνους που ήσαν οι ιδιοκτήτες, το σώμα και η ψυχή της. Σε όσους σπεύδουν σήμερα να αμφισβητήσουν την ελληνικότητα του Βυζαντίου, περιγράφοντάς το ως απρόσωπο, πολυεθνικό μόρφωμα που δήθεν επεβλήθη εξουσιαστικά στους Έλληνες, η ίδια η Ιστορία απαντά σκληρά και καθαρά: κανένας άλλος λαός, από όσους συναπετέλεσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, δεν θρήνησε την πτώση της. Ούτε Αρμένιοι, ούτε Σύριοι, ούτε Σλάβοι, ούτε Ιταλοί έψαλαν μοιρολόγια για την Αγιά Σοφιά· δεν φαντάστηκαν την Παναγία Θεοτόκο και τους Αγίους Αγγέλους να κλαίνε για την τύχη της Κωνσταντινουπόλεως· δεν αγάπησαν ούτ’ ένιωσαν τους Κωνσταντίνους ως δικούς τους Βασιλείς. Ούτε ένας από αυτούς δεν κράτησε ζωντανή τη μνήμη στο εθνικό του ασυνείδητο.
Μόνον ο ελληνικός λαός, αδιάλειπτα επί πέντε αιώνες, κράτησε το όνομά του ιερό, την πτώση της Πόλης ζωντανή, και την ανάστασή της ως πόθο και υπόσχεση. Κανείς βαλκάνιος, καυκάσιος ή λεβαντίνος στρατιωτικός, πλην του Κολοκοτρώνη, δεν θεώρησε πως αποτελεί τη Φρουρά του Βασιλέως που συνεχίζει ανυπότακτα τον Αγώνα αντίστασης στους Τούρκους.
Η πολιτική παρακαταθήκη
Στις 28 Μαϊου 1453, την ώρα που ο Μωάμεθ Β’ απευθυνόμενος στους αξιωματούχους και τα στίφη του, απειλεί, εκβιάζει ή τάζει ελεύθερο πλιάτσικο, χρυσάφια και χαρέμια, ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ εκφωνεί έναν λόγο, όχι μόνον εμψυχωτικό προς τον λαό και τον στρατό του, αλλά και βαθιά πολιτικό, απευθυνόμενος προς τους επερχόμενους. Ας ακούσουμε τον Αυτοκράτορα. Ο λόγος του μάς διατάζει να μην ξεχάσουμε ποιοι είμαστε και ποιοι στέκονται απέναντί μας :
«καλώς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διά τέσσαρα τίνα ὀφειλέται, κοινῶς ἐσμέν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἤ ζῆν, πρῶτον μέν ὑπέρ τῆς πίστεως ἡμῶν καί εὐσέβειας, δεύτερον δέ ὑπέρ τῆς πατρίδος, τρίτον δε ὑπέρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καί τέταρτον ὑπέρ συγγενών καί φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπέρ ἑνός ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου, πολλῷ μᾶλλον ὑπέρ πάντων τούτων ἡμεῖς»
Στη φράση αυτή, ο τελευταίος αυτοκράτωρ της Ρωμανίας, ορίζει με απαράμιλλη σαφήνεια την ιεραρχία των αξιών που οφείλει να υπερασπίζεται στο διηνεκές ένα έθνος: πίστη, πατρίδα, νομιμότητα, οικογένεια. Η επιβίωση θα είναι κίβδηλη και η ειρήνη δεν θα έχει αξία, αν απωλεσθεί η Πίστη ή η Πατρίδα. Υπενθυμίζει ότι η νομιμότητα, δηλαδή η ακέραια υπόσταση του Κράτους ως πολιτικής απεικόνισης του Έθνους και η οικογένεια στην ευρύτερη έννοιά της από κοινού με τους φίλους, ως κυττάρου του έθνους και του πολιτισμού, συνιστούν στοιχεία άξια της έως θανάτου θυσίας. Το καθένα απ’ αυτά μεμονωμένα και σε πολλαπλάσιο βαθμό, αν κινδυνεύουν όλα μαζί. Η εθνική αντοχή μετριέται από την απόφαση να μην παραιτηθεί κανείς, ούτε ατομικά, ούτε συλλογικά, από τα ιερά του. Εκείνος που δίνει μάχη “υπέρ πάντων τούτων” — πίστης, πατρίδας, θεσμών και οικογένειας — είναι ο ενάρετος, εκείνος που δεν μπορεί ποτέ να νικηθεί πραγματικά.

«καί οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπί ἀγρίων χοίρων πληθύν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετά ἀλόγων ζώων, ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλά μετά κυρίων καί αὐθέντων αὐτῶν καί ἀπογόνων Ἑλλήνων καί ‘Ρωμαίων», «ἡμεῖς οἱ τῶν ζώων καί ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καί οἱ καθ’ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ’ ἡμῶν ποιήσωσιν, ὡς ζῶα ἄλογα, καί χείρονές εἰσιν» «ἀγέλη ἀσεβῶν», «ὁ ἀλιτήριος αμιράς»
Από τις πλέον διαυγείς και υπερήφανες πολιτικές διακηρύξεις εθνικής ταυτότητας και φυσικής, πολιτισμικής και ηθικής ανωτερότητας που καταγράφει η ελληνική ιστορία. Δεν αποτελεί απλώς μια ρητορική υποτίμηση του αντιπάλου για λόγους τακτικής — «ἄγριοι χοῖροι», «ἄλογα ζῷα», «ἀλιτήριος ηγέτης» — αλλά μια ευθεία υπενθύμιση της αρχαίας πεποίθησης ότι η Ρωμανία υπάρχει και πολεμά ως πολιτισμός αξίων και διακριτών μονάδων μέσα σε πλαίσιο συλλογικότητας, όχι ως πολτός μάζας και άβουλο κοπάδι· οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι είναι κύριοι και αφέντες των βαρβάρων η φυσική και ηθική υπόσταση των οποίων των τελευταίων εξομοιούται με εκείνη των ζώων αξίων μόνο για κυνήγι. Η ηθική και φυσική ανωτερότητα των ελλήνων δεν επιτρέπει την ισότιμη αντιμετώπιση, πόσο μάλλον την ενσυνείδητη υποχώρηση και χαριεντισμούς με τον βάρβαρο, προκειμένου για τη διατήρηση μίας επαίσχυντης ειρήνης.
«ἀειπαρθένῳ Μαρίᾳ ἀφιέρωσεν καί ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καί βοηθόν καί σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καί καταφυγών τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καί χαράν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τό καύχημα πάσι τοῖς οὖσιν ὑπό τήν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν»
Ο Κωνσταντίνος, ορίζει την Κωνσταντινούπολη όχι ως τόπο διοίκησης ή απλώς ως έδρα ενός κράτους, αλλά ως συμβολική καρδιά ενός πολιτισμικού κόσμου που ξεπερνά τα στενά όρια της –περιορισμένης τότε- επικράτειάς της. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, ο ελληνισμός δεν περιορίζεται στα εκάστοτε κρατικά σύνορα: έχει διασπορά, ιστορική αυτοσυνείδηση και πολιτισμική ακτινοβολία που ξεπερνά και αυτά τα αμιγώς εθνικά όρια. Η Πόλις είναι το ελληνοχριστιανικό, μυθικό και άχρονο «΄Αβαλον», η θεοφρούρητη μνήμη, η ελπίδα και το καύχημα ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου, με επίκεντρο τους έλληνες.
«τῶν πόλεων ζυγῷ ὑποβαλεῖν καί δουλείᾳ, καί τάς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ ἁγία τριάς καί ἐδοξολογεῖτο τό πανάγιον, καί ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τό θεῖον καί τήν ἔνσαρκον τοῦ θεοῦ λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὑτοῦ βλασφημίας καί τοῦ φληναφοῦ αὐτοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καί κατοικητήριον ἀλόγων καί καμήλων»
Η φράση αυτή συνιστά, κυριολεκτικώς, μία προφητεία. Δεν πρόκειται απλώς για μια λεκτική υπερβολή: Είναι μία προβολή στο άμεσο μέλλον της μοίρας των ιερών μας, αν ήθελε πέσουν στα χέρια των βαρβάρων. Είναι αυτό που πραγματικά συνέβη παντού όπου πέρασαν οι τούρκοι, όχι μόνο τότε, αλλά ακόμα και σήμερα, με τις εκκλησιές της Κύπρου, την Αγιά-Σοφιά και τη Μονή της Χώρας ως τελευταίους αδιάψευστους μάρτυρες βάρβαρης βεβήλωσης. Η απειλή εξ ανατολών, κατά τον Παλαιολόγο, δεν είναι απλώς στρατιωτική, είναι υπαρξιακή. Η διατύπωσή του δείχνει πως είχε πλήρη συνείδηση ότι η πτώση της Πόλης θα σήμαινε μια ριζική πνευματική αλλοίωση: τη μετατροπή ενός πολιτισμικού κέντρου σε σύμβολο της κυριαρχίας της ισλαμικής ανατολής, εξ αντικειμένου ανταγωνιστικής προς τις ελληνικές αξίες. Η υπεράσπιση των πόλεων, των εκκλησιών και των ιερών δεν συνιστά έκφραση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά πράξη πολιτικής αυτογνωσίας, μια επιλογή ταυτότητας απέναντι στη λήθη και την εξαναγκαστική προσαρμογή.
«ἡμεῖς πᾶσαν τήν ἐλπίδα εἰς τήν ἄμαχον δόξαν τοῦ θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὖτοι ἐν ἅρμασι καί οὖτοι ἐν ἵπποις καί δυνάμει καί πλήθει, ἡμεῖς δε ἐν ὀνόματι κυρίου τοῦ θεοῦ καί σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δε καί ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσί καί ρωμαλεότητι, ἥν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις», «καί συνεργούσης τῆς ἁγίας Τριάδος, ἐν ᾗ τήν ἐλπίδα πᾶσαν ἀνεθέμεθα, ποιήσωμεν τούς ἐναντίους μετά αἰσχύνης ἐκ τῶν ἐντεῦθεν κακῶς ἀναχωρήσωσιν»
Ο Κωνσταντίνος συνδέει άρρηκτα την ζώσα θρησκευτική πίστη με τη στρατηγική εθνικής επιβιώσεως : η έκβαση του αγώνα δεν αποδίδεται παθητικά στην θεία πρόνοια, αλλά ζητείται η συνέργεια του θείου στην ενεργό στάση των πολιορκημένων, ώστε ο εχθρός να φύγει «μετὰ αἰσχύνης». Η νίκη δεν είναι θαύμα αλλά συνισταμένη δυνάμεων – πολιτικών, στρατιωτικών, ηθικών. Εάν οι έλληνες πράξουν τα ανθρώπινα, τότε, θεόθεν θα επιτραπούν και τα υπερ-ανθρώπινα. Σήμερα, απέναντι σε μία νεοθωμανική Τουρκία που εξακολουθεί τις αναθεωρητικές της απειλές, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: βασιζόμαστε μόνο σε διεθνή fora, σε εξωτερικές συμμαχίες και σε ευχολόγια, αναμένοντας το θαύμα; Περιμένουμε πότε το Ξανθόν Γένος, πότε το «Ιππικό», πότε την Frontex, πότε τους Γάλλους, πότε τους Ισραηλινούς και εσχάτως τους Ινδούς, να μας σώσουν ή διατηρούμε εν ισχύϊ τη βούληση εθνικής αντίστασης και αξιοπρέπειας; Ο Παλαιολόγος δεν εγκαλεί τον εχθρό για την επιθετικότητά του —αυτό το θεωρεί δεδομένο— αλλά στρατεύει το έθνος σε μια λογική τιμής και νίκης, με την ελπίδα γνησίως στραμμένη στον Θεό, αλλά την ευθύνη στραμμένη στον ίδιο τον λαό.
«τό τεταπεινωμένον ἡμέτερον σκῆπτρον εἰς τάς ὑμῶν χείρας ἀνατίθημι, ἵνα αὐτό μετ’ εὐνοίας φυλάξητε»
Ο Κωνσταντίνος δεν διέφυγε.
Δεν το έσκασε με το αυτοκρατορικό ταμείο ανά χείρας.
Δεν τον έσωσε με ένα γρήγορο άλογο μια ξένη δύναμη για να της χρωστάμε κάτι.
Δεν έφυγε σαν κύριος, κατόπιν μιας συνθήκης που θα τον καθιστούσε υποτελή του τούρκου.
Έπεσε πολεμώντας.
Πέθανε στις πολεμίστρες.
Το αίμα του κύλισε άφθονο στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.
Κι έτσι, λόγῳ και έργῳ, ως κληρονομιά του μάς κατέλειπε το ξίφος του και το ιστορικό μας δικαίωμα στο αυτοκρατορικό σκήπτρο του που μας εμπιστεύθηκε.
Δεν μας άφησε ερείπια, αλλά σύμβολα· δεν μας άφησε πένθος, αλλά χρέος. Στην ιστορική μας μνήμη, η Άλωση δεν είναι μια ήττα, αλλά ένας όρκος. Με το αίμα του μας έχρισε διαδόχους και κληρονόμους του.
Κι αυτή η κληρονομιά, είναι ένα πολεμικό τραύμα, ένα μόνιμο σημάδι, μία ουλή που υπερήφανα φέρουμε στη συλλογική μνήμη και ψυχή μας και που δε θα βαρυγκομήσουμε να υπερασπιστούμε, ούτε θα επιδιώξουμε να απαλλαγούμε από αυτή, αφού δεν μπορεί, δεν γίνεται, η ψυχή μας η ίδια να «κείται μακράν» ημών.
(*) Στις αρχές του 1990, ο παππού μου Δημήτριος Σκρεπετός από το χωριό Κεφαλληνού Ιθώμης Μεσσηνίας, στρατιώτης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, μου διηγήθηκε μεταξύ άλλων πως όταν το Σύνταγμά του απεβιβάσθη στην ακτή, ο Συνταγματάρχης τους ονόματι Καβράκος τούς είπε επί λέξει: «Παιδιά, εδώ είναι η Κόκκινη Μηλιά !». Και θυμήθηκε ο –αγράμματος, κατά τα άλλα παππούς- πως όταν ακόμα ήταν μωρό της αγκαλιάς και τον κοίμιζε η γιαγιά του, τού μιλούσε και του τραγουδούσε για την Πόλη και την Κόκκινη Μηλιά.
Δημοσιεύθηκε στο NewsFire.GR


