Όποιος όμως κοιτάξει την ιστορία της κρίσης στη Μεσόγειο, δύσκολα μπορεί να αποφύγει μια απλή διαπίστωση:
Η Ευρώπη αντιδρά συνήθως αφού η κρίση έχει ήδη ξεσπάσει.
Η διαδρομή είναι γνωστή. Πρώτα ήταν η Λαμπεντούζα, μετά η Λέσβος και η Μόρια, σήμερα οι Κανάριες Νήσοι και αύριο, όπως δείχνουν τα πράγματα, η Κρήτη. Κάθε φορά ένα νησί ή μια περιοχή μετατρέπεται σε σύμβολο της αποτυχίας ενός συστήματος που προσπαθεί να διαχειριστεί τις αφίξεις, χωρίς να αντιμετωπίζει πραγματικά το πρόβλημα.
Το βασικό ζήτημα δεν είναι η καταγραφή των μεταναστών ή οι αιτήσεις ασύλου. Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι επιστροφές. Σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, μόνο ένα μικρό ποσοστό όσων λαμβάνουν εντολή απέλασης επιστρέφει τελικά στις χώρες προέλευσης. Οι διαδικασίες είναι αργές, πολλές χώρες δεν συνεργάζονται και το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες άνθρωποι να παραμένουν στην Ευρώπη χωρίς σαφές νομικό καθεστώς.
Η Ελλάδα γνωρίζει καλά αυτή την πραγματικότητα. Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται δεκάδες χιλιάδες αφίξεις, ενώ οι επιστροφές είναι σαφώς λιγότερες. Το σύστημα, με άλλα λόγια, παράγει συνεχώς περισσότερη πίεση από όση μπορεί να απορροφήσει.
Η Ευρώπη έχει ξαναδεί αυτή την εικόνα. Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η μικρή Λαμπεντούζα της Ιταλίας έγινε το πρώτο μεγάλο σύμβολο της κρίσης. Χιλιάδες άνθρωποι έφταναν στο νησί από τη Λιβύη και τη Βόρεια Αφρική, ενώ το 2013 ένα τραγικό ναυάγιο με εκατοντάδες νεκρούς συγκλόνισε την κοινή γνώμη.
Η Ιταλία προσπάθησε τότε να περιορίσει τις ροές με έναν συνδυασμό πολιτικών: συνεργασία με τις αρχές της Λιβύης, ενίσχυση της επιτήρησης στη Μεσόγειο και πιο αυστηρή στάση απέναντι στις αποβιβάσεις σε ιταλικά λιμάνια. Οι κινήσεις αυτές δεν εξαφάνισαν το πρόβλημα, αλλά σε ορισμένες περιόδους μείωσαν αισθητά τις αφίξεις.
Λίγα χρόνια αργότερα, η κρίση μεταφέρθηκε στην Ελλάδα. Η Μόρια στη Λέσβο δημιουργήθηκε ως κέντρο υποδοχής, αλλά σύντομα μετατράπηκε στο μεγαλύτερο καταυλισμό μεταναστών στην Ευρώπη. Ένας χώρος που είχε σχεδιαστεί για μερικές χιλιάδες ανθρώπους έφτασε να φιλοξενεί πάνω από είκοσι χιλιάδες. Οι εικόνες από τις συνθήκες διαβίωσης έκαναν τον γύρο του κόσμου και το 2020 η μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε τον καταυλισμό συμβόλισε με τον πιο δραματικό τρόπο την κατάρρευση ενός συστήματος που δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει.
Σήμερα η πίεση έχει μετακινηθεί δυτικότερα. Οι Κανάριες Νήσοι της Ισπανίας έχουν εξελιχθεί σε νέα πύλη εισόδου για μετανάστες από τη Δυτική Αφρική. Τα ταξίδια είναι μακρινά και επικίνδυνα, συχνά με μεγάλα αλιευτικά σκάφη που διασχίζουν τον Ατλαντικό. Παρ’ όλα αυτά, οι αφίξεις συνεχίζονται και οι τοπικές αρχές προειδοποιούν ότι τα νησιά δεν μπορούν να μετατραπούν σε μόνιμο χώρο συγκέντρωσης χιλιάδων ανθρώπων.
Στην Ανατολική Μεσόγειο αρχίζει να εμφανίζεται μια ακόμη διαδρομή. Ορισμένα δίκτυα διακινητών επιχειρούν να μεταφέρουν μετανάστες από τη Λιβύη προς την Κρήτη και τη Γαύδο. Η διαδρομή αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη ανάμεσα στην Τουρκία και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όμως πραγματοποιείται με μεγαλύτερα σκάφη που μπορούν να καλύψουν τη μεγάλη απόσταση.
Αν η τάση αυτή ενισχυθεί, η Κρήτη θα μπορούσε να βρεθεί σε μια θέση που θυμίζει εκείνη που είχαν κάποτε η Λαμπεντούζα ή η Λέσβος: στην πρώτη γραμμή μιας κρίσης που στην πραγματικότητα αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η Αθήνα προσπαθεί να μειώσει τις πιέσεις μέσω διμερών συμφωνιών. Η συμφωνία μεταξύ του Έλληνα υπουργού Μετανάστευσης Θάνου Πλεύρη και του Γερμανού υπουργού Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ προβλέπει ότι μέχρι την πλήρη εφαρμογή του νέου Συμφώνου δεν θα πραγματοποιούνται επιστροφές αιτούντων άσυλο από τη Γερμανία προς την Ελλάδα. Η συμφωνία ισχύει έως τον Ιούνιο του 2026 και δείχνει ότι το μεταναστευτικό συχνά ρυθμίζεται μέσα από πολιτικές συμφωνίες μεταξύ κρατών και όχι μόνο από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Πίσω από όλα αυτά υπάρχει και μια βαθύτερη συζήτηση που γίνεται όλο και πιο έντονη σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η Ευρώπη γερνά δημογραφικά, ενώ τα μεταναστευτικά ρεύματα παραμένουν ισχυρά. Για πολλούς Ευρωπαίους πολίτες το ζήτημα δεν είναι μόνο διοικητικό ή ανθρωπιστικό, αλλά και πολιτικό: αφορά την κοινωνική συνοχή, την ασφάλεια και τη δυνατότητα των κρατών να ελέγχουν ποιος εισέρχεται και ποιος παραμένει στην επικράτειά τους.
Η πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στις ανθρωπιστικές της υποχρεώσεις (ή ιδεοληψία της) και στην ανάγκη να προστατεύσει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα. Αν το νέο Σύμφωνο δεν καταφέρει να αυξήσει ουσιαστικά τις επιστροφές και να αποτρέψει τις παράνομες αφίξεις, υπάρχει ο κίνδυνος η ιστορία των τελευταίων δεκαπέντε ετών να επαναληφθεί.
Πρώτα η Λαμπεντούζα. Μετά η Μόρια. Σήμερα οι Κανάριες Νήσοι. Αύριο η Κρήτη.
Το ερώτημα είναι ποιο μέρος της Ευρώπης θα βρεθεί στο επίκεντρο της επόμενης κρίσης. Και αν αυτή τη φορά η Ευρώπη θα έχει προλάβει να δράσει πριν η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο.
Δημοσιεύθηκε στο NewsFire.GR


