Από ‘χθες, το ‘ψαξα λίγο, διάφασα τους στίχους και μάλλον κατάλαβα πόσο δυνατό είναι το υποσυνείδητο, που μπορεί και αποκρυπτογραφεί κάθε μουσική δόνηση.
Πρόσφατα, δε θυμάμαι πότε ακριβώς, είχα ποστάρει στο FB κάτι για το «Che vuole questa musica stasera» του Πεπίνο Γκαλιάρντι, ένα ερωτικό τραγούδι το οποίο ακούγεται στην ταινία U.N.C.L.E. σε μία σκηνή, που κάθε άλλο παρά με έρωτα έχει να κάνει. Σας προτείνω να δείτε την σκηνή, η οποία συμπυκνώνει πολλά από αυτά που συνοδεύουν τον άνδρα, με τα καλά και τα κακά του.
Κάπου εκεί δένει το γλυκό και με το «L’ Italiano», ένα τραγούδι ερωτικό και συνάμα εντελώς αρρενωπό.
Είναι η ανδρική συντροφικότητα, πάγιο συνημμένο της αρρενωπότητος, που κάνει πολλές φορές τα ιταλικά τραγούδια να εκπέμπουν «βαρβατίλα» συγχρόνως με άρωμα «Armani», που σε κάνει να τ’ ακούς και να κοντοστέκεσαι. Τις γυναίκες σίγουρα περισσότερο κι απ’ τους άνδρες.
Εν αντιθέσει ενδεχομένως με κάτι κλαψομ… κατασκευάσματα που αναδεικνύουν ενίοτε οι ελληνικές πίστες ως επιτυχίες μαζί με τα υπολείμματα της τουρκομπαρόκ υποκουλτούρας, που μόνο ως τσίρκο μπορεί να κριθεί διασκεδαστική.
Απέφυγε να ασχοληθεί ο ίδιος με την πολιτική – Τα τραγούδια του όμως…
Ο Τότο Κουτούνιο απέφυγε επιμελώς να ασχοληθεί με την πολιτική, ακόμα και όταν ο Μπερλουσκόνι του είχε προτείνει να επανδρώσει το ψηφοδέλτιό του. Τον επέκριναν, επειδή τα τραγούδια του είναι δημοφιλή στη Ρωσία και όταν το 2019 είχε προγραμματίσει συναυλία στο Κίεβο, η κυβέρνηση Ποροσένκο τότε, είχε απειλήσει να ματαιώσει τη συναυλία του.
Η νίκη του στη Eurovision βέβαια το 1992 με το «Insieme: 1992» (Μαζί: 1992) ήταν ένας ύμνος στο Μάαστριχ. Πού να ‘ξερε και ο ίδιος βέβαια, ότι αυτό το κατασκεύασμα θα απειλούσε την όλη ιδέα του «L’ Italiano» περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο.
Ακόμη και το «L’ Italiano» είχε τις πολιτικές του σπόντες, λέγοντας ότι οι Ιταλοί έχουν παρτιζάνο πρωθυπουργό, αλλά αυτό μάλλον παρέπεμπε στο ιδιαιτέρως πολιτικοποιημένο κλίμα στην Ιταλία το 1982 που ανεδείχθη το τραγούδι.
Οι καλλιτέχνες πολλές φορές μας απογοητεύουν όταν ανακατεύονται με την πολιτική. Κι εγώ ως πολιτικά ενεργό πρόσωπο, επεχείρησα πολλές φορές να συμπαρασύρω καλλιτέχνες στις ιδέες μου, πολλώ δε μάλλον να τους πείσω να πολιτευτούν. Είναι λάθος όμως. Καλό είναι να μην πολιτεύονται. Καλό είναι να παραμένουν καλλιτέχνες, για να μπορούν να μας χαρίζουν αυτήν την απορία: Του πώς μπορεί να μας αρέσει το είδος που υπηρετούν και το οποίο συνήθως δε μας γοητεύει. Γιατί ο καλός καλλιτέχνης είναι καλός, μόνον έαν μπορεί να εξασφαλίσει την αιωνιότητα, ανεξαρτήτως του ποια τάση εκπροσωπεί. Κι αυτήν καμία γκαλερί, κανένας κριτικός και κανένας ατζέντης δεν μπορεί να σου την προσφέρει.
Το «L’ Italiano» ήταν ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό τραγούδι, αλλά το σημαντικό ήταν ότι εμπνευστής και ερμηνευτής του δεν το γνώριζε.
Αντίο σ’ έναν ωραίο τυπά, που τίμησε τη χώρα του σε μία εποχή, που αυτή το είχε ανάγκη, αναδεικνύοντας με απλότητα αλλά και τόσο διεισδυτική μελλωδικότητα την ταυτότητα του λαού του.
Υ.Γ.: Την εποχή αυτή το Συρτάκι, η Μαίρη Χρονοπούλου, η Μοσχολιού, αλλά και ο Ρουβάς, ο Βέρτης, η Φουρέιρα και αρκετοί από την ελληνική ραπ σκηνή, είναι το απόλυτο «τρεντ» στα κλαμπ της Μόσχας. Άραγε οι ίδιοι το ξέρουν; Μακάρι να μην το μάθουν ποτέ.
Δημοσιεύθηκε στο NewsFire.GR


