Η Τουρκία βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο έντονης κριτικής στην Ουάσιγκτον. Την Τετάρτη, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Tom Lantos της Βουλής των Αντιπροσώπων οργάνωσε ειδική ακρόαση με θέμα την «αυταρχική διολίσθηση» της Άγκυρας και το ερώτημα αν η χώρα μπορεί να επιστρέψει σε δημοκρατικούς δρόμους.
Οι συμμετέχοντες εξέτασαν μια σειρά ζητημάτων, από την πολιτική καταστολή και την έλλειψη δικαστικής ανεξαρτησίας μέχρι την κατάσταση του Τύπου και τις συστηματικές πιέσεις σε θρησκευτικές μειονότητες. Όπως προκύπτει από το υλικό της Επιτροπής, η Τουρκία χαρακτηρίζεται «Μη Ελεύθερη» από το Freedom House ήδη από το 2018, με την κατάσταση να χειροτερεύει συνεχώς.
«Εργαλεία επιβίωσης του Ερντογάν» οι θεσμοί
Ο Χένρι Μπάρκι, ανώτερος συνεργάτης στο Council on Foreign Relations, περιέγραψε την Τουρκία ως προσωποπαγές καθεστώς μετά το 2016. Σύμφωνα με τον ίδιο, δικαστήρια, εισαγγελείς, εκλογική επιτροπή και άλλοι θεσμοί έχουν μετατραπεί σε όπλα πολιτικής επιβίωσης του προέδρου Ερντογάν.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σύλληψη του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου τον Μάρτιο του 2025, λίγο πριν από την πιθανή προεδρική του υποψηφιότητα, καθώς και στις κατηγορίες εναντίον εκατοντάδων συνεργατών του. Ο Μπάρκι χαρακτήρισε αυτή την ενέργεια ως την πιο επιθετική χρήση της εισαγγελικής εξουσίας κατά του εκλογικού ανταγωνισμού στην ιστορία της τουρκικής Δημοκρατίας. Αναφέρθηκε ακόμη στην παρέμβαση στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα με την ακύρωση αποτελεσμάτων συνεδρίου το 2023, που στόχευε στην αποδυνάμωση της αντιπολίτευσης.
Η συζήτηση επεκτάθηκε στην άρνηση της Άγκυρας να συμμορφωθεί με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις υποθέσεις Οσμάν Καβάλα και Τζαν Αταλάι. Στα τέλη του 2025, η Τουρκία είχε πάνω από ογδόντα ανεκτέλεστες αποφάσεις του ΕΔΑΔ και αντίστοιχο αριθμό του δικού της Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Στον τομέα της ελευθερίας του Τύπου, η Τουρκία κατατάσσεται στην 159η θέση παγκοσμίως σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, ενώ ο νόμος για την «παραπληροφόρηση» χρησιμοποιείται συχνά για διώξεις δημοσιογράφων.
Πολιτικοί κρατούμενοι και μειονότητες
Οι ομιλητές τόνισαν την ύπαρξη περισσότερων από 15.000 πολιτικών κρατουμένων, μεταξύ των οποίων δημοσιογράφοι, δικηγόροι, αιρετοί, ακαδημαϊκοί και ακτιβιστές. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη στοχοποίηση Κούρδων πολιτικών και στον φυλακισμένο πρώην ηγέτη του HDP Σελαχατίν Ντεμιρτάς.
Ο Μάικλ Ρούμπιν, από το Middle East Forum και το American Enterprise Institute, ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός. Συνέδεσε την εσωτερική καταστολή με ιστορικό αναθεωρητισμό και άρνηση γενοκτονιών, αναφέροντας συγκεκριμένα τις γενοκτονίες Αρμενίων και Ποντίων Ελλήνων.
Έδωσε έμφαση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Αγία Σοφία και τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να επιβάλλουν κυρώσεις αν η Τουρκία συνεχίζει να παρεμβαίνει στον διορισμό κληρικών και να θέτει περιορισμούς σε θρησκευτικά ζητήματα.
«Διπλωματία ομήρων»
Την προσωπική του εμπειρία κατέθεσε ο Σερκάν Γκιόλγκε, πρώην πολιτικός κρατούμενος και επιστήμονας που είχε εργαστεί σε προγράμματα της NASA. Συνελήφθη μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 με βάση ανώνυμη καταγγελία, σε μια υπόθεση που χαρακτήρισε πολιτική και συνδεδεμένη με διπλωματικές διαπραγματεύσεις. «Η κατηγορία προηγήθηκε, τα στοιχεία ακολούθησαν», είπε χαρακτηριστικά, μιλώντας για «διπλωματία ομήρων».
Η ακρόαση δεν σταμάτησε στην καταγραφή των προβλημάτων. Έθεσε το ερώτημα ποιες επιλογές έχουν οι ΗΠΑ για να στηρίξουν τη δημοκρατία στην Τουρκία, υπογραμμίζοντας ότι η συμπεριφορά ενός συμμάχου του ΝΑΤΟ επηρεάζει τη συνοχή της Δύσης συνολικά.
Όπως αναφέρει σε δημοσίευμά του το Parapolitika, η συζήτηση αυτή δείχνει ότι στην αμερικανική πρωτεύουσα η Τουρκία εξετάζεται πλέον συνολικά, ως ζήτημα αξιοπιστίας συμμάχου, σταθερότητας στην περιοχή και σεβασμού βασικών δημοκρατικών αρχών.
Πηγή: NewsFire.GR

