Η απόφαση 392/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας[1], που δημοσιοποιήθηκε στις 20 Μαρτίου 2026, δεν άφησε πλέον κανένα περιθώριο παρερμηνείας: η υιοθεσία από ομοφυλόφιλα ζευγάρια είναι συνταγματικά επιτρεπτή και, όπως ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό της, αποτελεί «φυσική συνέπεια» του γάμου. Με άλλα λόγια, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας δεν εισήγαγε μια νέα πραγματικότητα· επιβεβαίωσε ότι αυτή υπήρχε ήδη, πλήρως ενσωματωμένη στον νόμο 5089/2024.[2]
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε ευθεία συνέχεια της απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ τον Μάιο του 2025, με την οποία είχε κριθεί συνταγματικός ο ίδιος ο νόμος για τον γάμο ομοφυλοφίλων. Ήδη τότε, το δικαστήριο είχε αποδεχθεί συνολικά το θεσμικό πλαίσιο που εισήγαγε η κυβέρνηση. Σήμερα, με την 392/2026, έρχεται να καταστήσει απολύτως σαφές αυτό που πολλοί επέλεξαν να αποσιωπήσουν: ότι ο γάμος δεν ήταν μια απομονωμένη ρύθμιση, αλλά ένα πλήρες πακέτο εξομοίωσης, που περιλάμβανε εξαρχής και την τεκνοθεσία.
- Γράφει ο Παναγιώτης Δούμας
Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται το πραγματικό πολιτικό ζήτημα. Διότι αν η Δικαιοσύνη σήμερα επιβεβαιώνει ότι η υιοθεσία ήταν «αυτόθροη συνέπεια» του νόμου, τότε το ερώτημα δεν αφορά τους δικαστές, αλλά εκείνους που ψήφισαν. Τι ακριβώς γνώριζαν οι βουλευτές όταν καλούνταν να τοποθετηθούν; Ποιες ήταν οι διαβεβαιώσεις που έλαβαν στα περίφημα «φροντιστήρια»; Και γιατί η ελληνική κοινωνία ενημερώθηκε αποσπασματικά για μια τόσο βαθιά ανατροπή του θεσμού της οικογένειας;
Διότι πλέον δεν υπάρχει αμφιβολία: αυτό που παρουσιάστηκε ως «γάμος», ήταν από την αρχή κάτι πολύ περισσότερο. Και αυτό δεν το αποκαλύπτει η αντιπολίτευση. Το επιβεβαιώνει το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δε, είναι ότι αυτή η εξέλιξη δεν ήρθε ως αιφνιδιασμός για όλους. Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 2024, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΙΚΗΣ, Σπυρίδων Τσιρώνης, είχε προειδοποιήσει ρητά ότι η ρύθμιση δεν περιορίζεται στον γάμο, αλλά «ανοίγει τον δρόμο» για πλήρη εξίσωση των οικογενειακών δικαιωμάτων, δηλαδή και για υιοθεσία. Σε μια χρονική στιγμή όπου η κυβέρνηση επιχειρούσε να παρουσιάσει το νομοσχέδιο ως μια περιορισμένη παρέμβαση, η επισήμανση αυτή καταγράφηκε σχεδόν ως υπερβολή. Σήμερα, όμως, μετά την απόφαση 392/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία επιβεβαιώνει ότι η υιοθεσία αποτελεί φυσική συνέπεια του νόμου, η προειδοποίηση εκείνη δικαιώνεται και αναδεικνύει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση το ερώτημα για το τι ακριβώς γνώριζαν – ή τι επέλεξαν να αγνοήσουν – όσοι κλήθηκαν να τον ψηφίσουν και εν τέλει υπερψήφισαν τον νόμο.
Το ιστορικό μίας πολιτικής εξαπάτησης
Η ψήφιση του νόμου για τον γάμο των ομοφύλων στις 15 Φεβρουαρίου 2024 δεν ήταν απλώς μια θεσμική τομή. Ήταν η κορύφωση μιας διαδικασίας πολιτικής διαχείρισης που στηρίχθηκε σε μισές αλήθειες, εσωκομματική πίεση και μια συστηματική προσπάθεια να παρουσιαστεί μια «βαθιά αλλαγή» ως κάτι περιορισμένο και «ανώδυνο».
Η μέρα αυτή έχει καταγραφεί ως η ημέρα που η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε την πλήρη ανατροπή του οικογενειακού δικαίου, με τον νόμο για τον γάμο ομοφυλοφίλων. Ψηφίστηκε με 175 «ναι», σε μια διαδικασία που δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν μεθοδική, παρασκηνιακή και ύπουλη.
Τους μήνες που προηγήθηκαν, από τον Δεκέμβριο του 2023, στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας επικρατούσε έντονη αναταραχή. Βουλευτές εξέφραζαν επιφυλάξεις, άλλοι ανοιχτή αντίθεση. Υπήρχε μία μεγάλη μερίδα «γαλάζιων» βουλευτών, κυρίως από την πιο συντηρητική πτέρυγα του κόμματος, την αποκαλούμενη από πολλούς «σαμαρική», που δήλωναν, άλλοτε δημοσίως και άλλοτε όχι, ότι θα καταψηφίσουν το νομοσχέδιο.
Και τότε ξεκίνησαν τα λεγόμενα «φροντιστήρια». Κλειστές ενημερώσεις, συναντήσεις με κυβερνητικά στελέχη, νομικές «διευκρινίσεις». Ο στόχος ωστόσο, δεν ήταν η ελεύθερη διαβούλευση, αλλά η πειθάρχηση.
Σε αυτές τις συναντήσεις, σύμφωνα με δημοσιογραφικές αναφορές της περιόδου (Καθημερινή, Εστία, Πρώτο Θέμα), η βασική γραμμή ήταν ότι ο νόμος αφορά κυρίως τον γάμο και την κατοχύρωση ήδη υπαρχουσών οικογενειακών καταστάσεων. Δεν παρουσιάστηκε ως πλήρης αναδιάρθρωση του πλαισίου της υιοθεσίας.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του τον Ιανουάριο του 2024, είχε δηλώσει ότι «η ρύθμιση έρχεται να λύσει πραγματικά προβλήματα παιδιών που ήδη μεγαλώνουν σε τέτοιες οικογένειες» και ότι «δεν αλλάζει κάτι ριζικά στον πυρήνα της οικογένειας». Μια διατύπωση που, εκ των υστέρων, μοιάζει τουλάχιστον… άστοχη.
Την ίδια στιγμή, ο αντιπρόεδρος της ΝΔ τότε, Άδωνις Γεωργιάδης, τον Ιανουάριο του 2024 προειδοποιούσε δημόσια ότι «υπάρχει σοβαρό θέμα κοινωνικής αποδοχής». Λίγες εβδομάδες αργότερα, ως αντιπρόεδρος της ΝΔ, όχι μόνο στήριξε το νομοσχέδιο, αλλά συμμετείχε ενεργά στις εσωκομματικές διαδικασίες πειθούς των βουλευτών. Με απλά λόγια: από επιφυλακτικός, έγινε εισηγητής. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ένδειξη της πίεσης που ασκήθηκε.
Η κυβέρνηση ωστόσο, είχε αρχίσει αρκετά νωρίτερα να αποκαλύπτει την κρυφή στρατηγική της. Τον Ιούλιο του 2023, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωνε ότι «ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων… είναι μέρος της στρατηγικής μας».[3] Η χρονική αυτή τοποθέτηση δεν είναι λεπτομέρεια· είναι η απαρχή του προβλήματος. Διότι μια τόσο βαθιά θεσμική αλλαγή δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο προεκλογικής δέσμευσης, ούτε είχε τεθεί με σαφήνεια ενώπιον του εκλογικού σώματος πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 2023. Αντιθέτως, εμφανίστηκε ως κυβερνητική «στρατηγική» αφού η λαϊκή εντολή είχε ήδη δοθεί, γεγονός που εύλογα γεννά το ερώτημα αν η κοινωνία κλήθηκε να συναινέσει σε μια επιλογή που ουδέποτε της παρουσιάστηκε ολοκληρωμένα. Όταν πάντως η ίδια αυτή κοινωνία, που είχε δώσει στον Κυριάκο άνετη αυτοδυναμία και 42% των ψήφων, εκλήθη να ανανεώσει την εμπιστοσύνη της, στις ευρωεκλογές του 2024, λίγους μήνες μετά το επίμαχο νομοσχέδιο, καταβαραθρώθηκε στο 28%. Έχασε το 1/3 των ψήφων της!!!
Κανείς δεν νοιάστηκε ούτε νοιάζεται για το δικαίωμα κάθε παιδιού σε πατέρα και μητέρα
Σε κάθε περίπτωση, μαζί με το νομοσχέδιο αυτό είχε περάσει και κάτι που αποφεύχθηκε να ειπωθεί καθαρά: ότι ο γάμος δεν είναι απλώς συμβολικός θεσμός. Δημιουργεί πλήρη οικογενειακά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της υιοθεσίας.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο της πολιτικής εξαπάτησης. Γιατί αν αυτό είχε παρουσιαστεί εξαρχής με πλήρη ειλικρίνεια, η συζήτηση θα ήταν εντελώς διαφορετική. Και κυρίως, η στάση πολλών βουλευτών θα ήταν διαφορετική.
Σύμφωνα με στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «anynet» και εκθέσεις του Υπουργείου Εργασίας (2022–2023), τα παιδιά που βρίσκονται σε δομές παιδικής προστασίας κυμαίνονται περίπου μεταξύ 1.400 και 1.600. Από αυτά, λιγότερα από 300 θεωρούνται νομικά διαθέσιμα για υιοθεσία. Οι ενεργές αιτήσεις υιοθεσίας ξεπερνούν τις 2.500, με χρόνους αναμονής που φτάνουν τα 3 έως 5 έτη.
Με απλά λόγια: τα παιδιά που μπορούν να υιοθετηθούν είναι ελάχιστα, ενώ τα ζευγάρια που περιμένουν είναι χιλιάδες.
Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η πολιτεία αποφάσισε να επεκτείνει το πλαίσιο, χωρίς να έχει λύσει το βασικό πρόβλημα.
Η επιστημονική συζήτηση χρησιμοποιήθηκε επιλεκτικά. Υπάρχουν σίγυρα μελέτες που δεν εντοπίζουν σημαντικές διαφορές στην ανάπτυξη παιδιών. Υπάρχουν όμως και επιστημονικές μελέτες και στατιστικά στοιχεία που μαρτυρούν το αντίθετο και εκφράζουν σοβαρές επισημάνσεις ότι τα δεδομένα είναι περιορισμένα και ότι απαιτείται μακροχρόνια έρευνα, με μεγαλύτερα και πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα.
Δεν υπάρχει, δηλαδή, οριστική επιστημονική συναίνεση. Υπάρχει τάση. Και η τάση δεν είναι τελική απόδειξη. Σας θυμίζει κάτι αυτό; Μήπως τον τρόπο που η κυβέρνηση διαχειρίστηκε τον κορωνοϊό και τις επιστημονικές επιφυλάξεις απέναντι στα νέα εμβόλια και τα περιοριστικά μέτρα;
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, πάνω σε μία ανάλογη αβεβαιότητα, η κυβέρνηση έλαβε μια απόφαση που αφορά τον πυρήνα της παιδικής ανάπτυξης.
Και εδώ προκύπτει το πιο κρίσιμο ερώτημα, που κάποιοι επιμένουν να αποφεύγουν:
Όταν δεν υπάρχει σαφής και οριστική επιστημονική συναίνεση, με ποιο δικαίωμα το κράτος πειραματίζεται με το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί;
Γιατί το επίκεντρο δεν είναι τα δικαιώματα των ενηλίκων. Την ώρα που κάποιοι αποφάσισαν ότι ο ευτελισμός του θρησκευτικού μυστηρίου του γάμου είναι «δικαίωμα» για τον κάθε ομοφυλόφιλο, πώς είναι δυνατόν να αγνοείται επιδεικτικά το δικαίωμα κάθε παιδιού να έχει μητέρα και πατέρα; Όχι «γονέα 1» και «γονέα 2». Όχι ένα σχήμα που προκύπτει από νομική αναδιατύπωση, αλλά από τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και μια ακόμη διάσταση, που η κυβέρνηση επέλεξε να αγνοήσει πλήρως: η Ελλάδα δεν είναι ένα ουδέτερο, άχρωμο κράτος. Το Σύνταγμα αναγνωρίζει την επικρατούσα θρησκεία, την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία έχει σαφή και κατηγορηματική θέση κατά των γάμων ομοφύλων. Η Εκκλησία της Ελλάδος αντέδρασε, προειδοποίησε, τοποθετήθηκε.
Και αγνοήθηκε!
Η ένοχη σιωπή των βουλευτών της ΝΔ για την εξαπάτησή τους από το ίδιο τους το κόμμα
Όλα αυτά, όμως, ωχριούν μπροστά σε ερωτήματα που πλέον δεν μπορεί να μείνουν αναπάντητα:
Πού είναι σήμερα οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας; Πού είναι εκείνοι που συμμετείχαν στα «φροντιστήρια»; Πού είναι εκείνοι που έλαβαν διαβεβαιώσεις ότι «δεν αλλάζει ο πυρήνας»; Πού είναι εκείνοι που ψήφισαν, βασιζόμενοι σε μια παρουσίαση που αποδεικνύεται ελλιπής;
Διότι αν ισχύει ότι η πλήρης επέκταση των οικογενειακών δικαιωμάτων δεν παρουσιάστηκε με σαφήνεια, τότε δεν έχουμε απλώς μια πολιτική διαφωνία. Έχουμε εξαπάτηση. Και αν υπάρχει εξαπάτηση, τότε η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.
Σε μια κανονική δημοκρατία, αυτό θα είχε ήδη προκαλέσει ρήγματα. Δημόσιες διαφοροποιήσεις. Πολιτικό κόστος. Εδώ, επικρατεί σιωπή.
Και αυτή η σιωπή λέει περισσότερα από οποιαδήποτε δήλωση.
Πηγή: NewsFire.GR

