Είναι δύσκολο να υπερασπίζεσαι έναν πολιτικό αρχηγό χωρίς να κινδυνεύεις να ταυτιστείς μαζί του. Ορισμένες φορές, ωστόσο, οφείλεις να το κάνεις. Όχι επειδή συμφωνείς μαζί του σε όλα, ούτε επειδή τον συμπαθείς ιδιαίτερα. Αλλά επειδή αυτό που συμβαίνει ξεπερνά το πρόσωπο και αγγίζει κάτι βαθύτερο: το δικαίωμα να ονομάζεις τα πράγματα με το όνομά τους.
Μεγαλώσαμε αποκαλώντας τους γύφτους γύφτους ή τσιγγάνους. Στην καθαρεύουσα και στη νομική ορολογία λέγονταν «αθίγγανοι». Στην ελληνική λογοτεχνία και στην παράδοση οι αναφορές είναι πυκνές και αυτονόητες. Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου». Στο έργο του Μενέλαου Λουντέμη εμφανίζεται ο Μπίθρος, ένας γύφτος με ενεργό ρόλο στην πλοκή. Στη δεκαετία του ’70 η ελληνική τηλεόραση πρόβαλε τη σειρά «Η γυφτοπούλα». Και οι ίδιοι οι γύφτοι, μέχρι σήμερα, αυτοαποκαλούνται και αλληλοαποκαλούνται γύφτοι χωρίς κανένα πρόβλημα.
Κάποια στιγμή, όμως, κάποιοι αποφάσισαν ότι αυτή η λέξη πρέπει να απαγορευτεί. Όπως ακριβώς συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες με τους μαύρους. Παλιά τους αποκαλούσαν όλοι «νέγρους» – λέξη λατινικής προέλευσης που απλώς σήμαινε μαύρος. Ξαφνικά θεωρήθηκε βρισιά. Έπρεπε να αντικατασταθεί από «έγχρωμοι», «αφροαμερικανοί» και διάφορες άλλες κατασκευές. Την ίδια ώρα, οι ίδιοι οι μαύροι εξακολουθούν να αλληλοαποκαλούνται «νίγκερς». Μεταξύ τους επιτρέπεται. Για τους υπόλοιπους, απαγορεύεται.
Το ίδιο ακριβώς επιχειρείται και εδώ. Το «γύφτος» βαφτίστηκε ξαφνικά υβριστικό και επιβλήθηκε το «ρομά» ως μοναδική αποδεκτή λέξη. Οι ίδιοι οι γύφτοι, φυσικά, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν μεταξύ τους τον παλιό όρο χωρίς ενδοιασμούς. Όπως παρατήρησε κάποτε ο διάσημος κομικός Ρίκι Τζερβέις με τον χαρακτηριστικό του τρόπο: «Από πού κι ως πού; Εμείς εφηύραμε αυτές τις λέξεις.»
Η Αφροδίτη Λατινοπούλου έκανε κάτι απλό και γι’ αυτό επικίνδυνο: είπε δημόσια αυτό που πολλοί σκέφτονται ιδιωτικά. Αρνήθηκε να αυτολογοκριθεί. Αρνήθηκε να υιοθετήσει το λεξιλόγιο της πολιτικής ορθότητας. Και γι’ αυτό δέχθηκε επίθεση.
Πρώτα από τον γύφτο τραγουδιστή Βασίλη Παϊτέρη, ο οποίος σε τηλεοπτικό πάνελ την αποκάλεσε ουσιαστικά γύφτισσα και άφησε να εννοηθεί ότι η μητέρα της εκπορνεύτηκε για ένα χαλί. Στη συνέχεια από ομάδα 15 έως 30 ατόμων στο λιμάνι της Τήνου, που την περικύκλωσαν ενώ βρισκόταν με τη μητέρα της, της ζήτησαν τον λόγο επειδή τους αποκαλεί γύφτους και την έβρισαν χυδαία επί περίπου σαράντα πέντε λεπτά. Ένας από αυτούς κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος της και χρειάστηκε να τον συγκρατήσουν οι δικοί του.
«Γύφτοι» ή «Ρομά»; Η Λατινοπούλου, η πολιτική ορθότητα και η ντροπιαστική σιωπή της δεξιάς
Εδώ εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη αντίφαση. Αυτοί που εξεγείρονται όταν κάποιος τους αποκαλεί γύφτους, αυτοαποκαλούνται και αλληλοαποκαλούνται γύφτοι. Από πού κι ως πού απέκτησαν μονοπώλιο στη χρήση της λέξης; Από πού κι ως πού αποφασίζουν οι ίδιοι πότε επιτρέπεται και πότε απαγορεύεται;
Αυτή η λογική δεν είναι αθώα. Είναι το πρώτο βήμα προς μια κοινωνία όπου δεν επιτρέπεται πλέον να περιγράφεις αυτό που βλέπεις με τις λέξεις που γνωρίζεις. Είναι ο δρόμος προς την επιβολή ενός ελεγχόμενου λεξιλογίου, όπως συνέβη στις δυτικές κοινωνίες με τις εκατοντάδες αντωνυμίες και τα ατελείωτα «φύλα». Όταν αρχίσεις να δέχεσαι ότι κάποιοι άλλοι θα σου υπαγορεύουν πώς θα ονομάζεις την πραγματικότητα, έχεις ήδη παραχωρήσει σημαντικό έδαφος.
Το πιο σοβαρό σημείο, όμως, δεν είναι η επίθεση των γύφτων. Είναι η σιωπή που ακολούθησε.
Σιωπή από τις αρχές, που όφειλαν να παρέμβουν όταν μια γυναίκα δεχόταν επίθεση σε δημόσιο χώρο. Σιωπή από τις επαγγελματίες υπερασπίστριες των δικαιωμάτων των γυναικών, τις σουφραζέτες και τις «φεμιναζί» της τηλεόρασης και της πολιτικής, που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα είχαν ξεσπάσει σε κραυγές αγανάκτησης. Και – το πιο αποκαλυπτικό – σιωπή από τον ίδιο τον ευρύτερο πολιτικό χώρο στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας.
Στον χώρο αυτό, χάριν και της γελοιωδώς υποχρεωτικής ποσοστώσεως 40% γυναικών στα ψηφοδέλτια, υπάρχουν γυναίκες βουλευτές. Υπάρχουν γυναίκες στελέχη. Υπάρχουν κόμματα με επιτροπές γυναικών. Κάποιες από αυτές μιλούν συχνά για την ανομία, για την ασυλία ορισμένων ομάδων, για την ανασφάλεια. Κι όμως, όταν ο Παϊτέρης άφησε να εννοηθεί ότι η μητέρα της Λατινοπούλου την γέννησε, αφού πρώτα εκπορνεύτηκε για ένα χαλί σε έναν γύφτο, και όταν μια ομάδα ανθρώπων την περικύκλωσε και την εξύβριζε χυδαία μπροστά στη μητέρα της, επικράτησε απόλυτη σιγή. Μούγκα.
Αυτή η σιωπή δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική πράξη. Και είναι ντροπιαστική για όσους διαθέτουν δημόσιο βήμα και επέλεξαν να μην το χρησιμοποιήσουν.
Πηγή: NewsFire.GR


